Του Θεόδωρου Σαββίδη
Οι καθημερινές συναντήσεις με φίλους, γνωστούς και τυχάρπαστες γνωριμίες μοιάζουν πλέον με εντατικά φροντιστηριακά μαθήματα περί οικονομίας, κυβερνητικής ευθύνης και εθνικού κύρους. Το νέο στοιχείο στην όλη παρωδία είναι ότι οι κομματικοί φανατισμοί έχουν υποχωρήσει κατά τι και το ενδιαφέρον στρέφεται στη γενική κατάσταση της χώρας και του πολίτη.
Να πιστέψουμε τα όσα σκληρά και επικίνδυνα μας καταμαρτυρούν οι Βρυξέλλες? Να τα θεωρήσουμε καλπουζανιές και βρόμικα τεχνάσματα των κερδοσκόπων? Μήπως θα πρέπει να στραφούμε στην αυτοκριτική και στην ιαματική αναθεώρηση των όσων φρονούσαμε μέχρι τώρα?Ασφαλώς τρώει <<κατσάδα>> από φίλους και εχθρούς, ωστόσο αυτή την φορά ο κόμπος έφτασε στο χτένι, η απειλή μιας σαρωτικής κρίσης γίνεται αισθητή ακόμα και στον έσχατο χαυνοπολίτη, οπότε το μη περαιτέρω γίνεται πρόβλημα του καθενός. Το κράτος- πατέρας, που εκ παραδόσεως θεωρούνται ισχυρό και ικανό για λύσεις έστω και της τελευταίας ώρας, τώρα επαληθεύει την παλαιά ρήση: ενώ υπήρχε υπέρ το δέον κατά το παρελθόν αίφνης αποδεικνύεται ότι, σήμερα, δεν υπάρχει αρκετά. Αλλά, αν δεν υπάρχει κράτος, τότε τι σόι πολίτης είμαι εγώ? Η απειλητική υποψία ότι η νεοελληνική κοινωνία επιβιώνει χάρη στα στραβά μάτια της ευρωπαϊκής Ένωσης που εντέλει ξεστραβώθηκαν, προκαλεί απανωτές ταχυκαρδίες και νοσταλγία των παλαιών άλλοθι.
Από καταβολής ελληνικού κράτους ο τόπος είχε σαν δεύτερο πιστεύω την αντίληψη ότι οι <<ισχυροί>> μας έχουν ανάγκη και, κατά συνέπεια, θα καταβάλλουν τον οβολό τους. Το καθεστώς κράτησε <<καλά>>, μόνο που οι πολιτικές της προστασίας απαιτούν από τα προτεκτορά - τα τους συνεπή ανταπόκριση και, τέλος πάντων, κάποιο αίσθημα ευθύνης. Η αιώνια επίκληση των άλλοθι (πότε η Μεγάλη Ιδέα, πότε οι πόλεμοι και οι εκστρατείες, πότε τα πραξικοπήματα και ο Εμφύλιος, πότε η χούντα και η Μεταπολίτευση) διαμόρφωσε ετεροβαρή πολιτική, αποτέλεσμα ο πολίτης να συμπεριφέρεται σαν νομοταγής- παράνομος, ο οποίος θεωρεί το κράτος μασκοφόρο και τον εαυτό του αθώο- ένοχο που διαρκώς ασκεί έφεση και αφήνεται ελεύθερος. Μάλιστα, έχει ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι πάντα η κρατική οντότητα γινόταν δεκτή μόνο σαν εξουσία που βρίσκεται σε <<ξένα χέρια>> ή σε <<δικά μας χέρια>>, ποτέ όμως ως εξουσία ολόκληρου του λαού. Αυτό το καθεστώς της οιονεί συγχωρητέας παρανομίας έθρεψε γενιές ολόκληρες, καταστρατήγησε κάθε νομιμόφρονα αντίσταση, με αποτέλεσμα η εχθρότητα ή η ένοχη φιλία με τους κρατούντες να θεωρείται στοιχείο ρεαλισμού και ωριμότητας. Το ζήτημα είναι ποιος <<βρίσκεται στα πράγματα>> όσο για τα ίδια τα πράγματα, έχουμε καιρό..
Διόλου περίεργο ότι η προηγούμενη κυβέρνηση κατήγγειλε στο ευρωπαϊκό φόρουμ τα <<γκρικ στατίστικς>> και προανήγγειλε θεαματικά την <<επανίδρυση του κράτους>>, ούτε ότι η τωρινή επιχειρεί ολική επαναφορά. Ενώ η κρατική οντότητα θα όφειλε να είναι οικοδομημένη στην πέτρα, η ντόπια πολιτική δολιότητα τη θέλει υπό τύπον μεταφερόμενης σκηνής, όπου τα πάντα μπορούν να αλλαχθούν και να ανοικοδομηθούν. Όταν το οικονομικό επιτελείο θέλησε να επιβάλει το <<αναδρομικό πόθεν έσχες>> και για τις καταθέσεις, οι καταθέσεις το έβαλαν στα πόδια, με αποτέλεσμα 3,5 δις. Ευρώ να εκπατριστούν για ευνόητους λόγους. Για την ακρίβεια, να μεταφερθούν λάθρα στην Κύπρο <<μας>>, όπου το χρήμα ευημερεί παντοιοτρόπως.
Το ίδιο κατσαπλιάδικο φρόνημα εκφράζεται και στις κατώτερες τάξεις, που δεν χάνουν την ευκαιρία να στήσουν μικρά πραξικοπήματα κλείνοντας τους δρόμους (διότι το <<λεσέ πασέ>> είναι αντιδραστικό σύνθημα) και απειλώντας. Κάθε συντεχνία- από βουλευτές και δικαστές μέχρι τον τελευταίο αγρότη συσπειρώνεται μεταφέροντας την ευθύνη και την ενοχή στο αλλοπρόσαλλο κράτος. Μαύρη οικονομία, μαύρη εξουσία, χώρα περιορισμένης ευθύνης και τρωκτικά του δημόσιου χρήματος.
Ο δραματικός τραγέλαφος οφείλει πολλά στην επιδημική κομματικότητα, που γράφει μαύρη ιστορία στα καθ’ ημάς για τον απλό και νοσηρό λόγο ότι οι πολιτικοί σχηματισμοί που βγαίνουν από την κάλπη έχουν εθιστεί στην αντιπολίτευση και όχι στο κυβερνητικό έργο. Πράγματι το βασικό σχολείο του ντόπιου πολιτικού δεν είναι η διακυβέρνηση – που τουλάχιστον τα μικρά κόμματα δεν τη γεύονται-, αλλά η αντιπολίτευση. Εκεί θεριεύει το πνεύμα της καταγγελίας, ο ιακωβινισμός του αδικημένου και τουμπανίως κατηγορούντος, ο οποίος μάλιστα μαραζώνει και πάσχει αφάνειας αν – ο μη γένοιτο βρεθεί μπροστά σε κυβέρνηση η οποία βούλεται σοβαρά να βάλει κάποια πράγματα στη θέση τους.
Έτσι, διαμορφώθηκε το γνωστό καθεστώς: οι διαχειριστές του κράτους το λεηλάτησαν σαν λεία που έπεσε στα χέρια τους, όσο για τα αντίδικα κόμματα, αρνούνται να αναγνωρίσουν το κράτος για όλους, ταυτίζοντας τον μέγιστο θεσμό με τη μέγιστη δολιότητα. Πρόκειται για έναν ιδιότυπο αντικρατισμό που τροφοδοτήθηκε –δικαιολογημένα εν πολλοίς- επί δεκαετίες και δεκαετίες, επικυρώνοντας τα αμυντικά αντανακλαστικά του πολίτη: κάθε κρατική απόφαση είναι ύποπτη.
Όσο για τη γενικευμένη αποσάθρωση του κοινωνικού σώματος, αποτελεί κι αυτή ισχυρό επιχείρημα: όλοι την προβάλλουν σαν κατηγορία, αλλά ουδείς την αποδέχεται σαν κριτική. Προφανώς οι ξένοι επιτηρητές, δεν θα αργήσουν να εμφανιστούν.
Οι καθημερινές συναντήσεις με φίλους, γνωστούς και τυχάρπαστες γνωριμίες μοιάζουν πλέον με εντατικά φροντιστηριακά μαθήματα περί οικονομίας, κυβερνητικής ευθύνης και εθνικού κύρους. Το νέο στοιχείο στην όλη παρωδία είναι ότι οι κομματικοί φανατισμοί έχουν υποχωρήσει κατά τι και το ενδιαφέρον στρέφεται στη γενική κατάσταση της χώρας και του πολίτη.
Να πιστέψουμε τα όσα σκληρά και επικίνδυνα μας καταμαρτυρούν οι Βρυξέλλες? Να τα θεωρήσουμε καλπουζανιές και βρόμικα τεχνάσματα των κερδοσκόπων? Μήπως θα πρέπει να στραφούμε στην αυτοκριτική και στην ιαματική αναθεώρηση των όσων φρονούσαμε μέχρι τώρα?Ασφαλώς τρώει <<κατσάδα>> από φίλους και εχθρούς, ωστόσο αυτή την φορά ο κόμπος έφτασε στο χτένι, η απειλή μιας σαρωτικής κρίσης γίνεται αισθητή ακόμα και στον έσχατο χαυνοπολίτη, οπότε το μη περαιτέρω γίνεται πρόβλημα του καθενός. Το κράτος- πατέρας, που εκ παραδόσεως θεωρούνται ισχυρό και ικανό για λύσεις έστω και της τελευταίας ώρας, τώρα επαληθεύει την παλαιά ρήση: ενώ υπήρχε υπέρ το δέον κατά το παρελθόν αίφνης αποδεικνύεται ότι, σήμερα, δεν υπάρχει αρκετά. Αλλά, αν δεν υπάρχει κράτος, τότε τι σόι πολίτης είμαι εγώ? Η απειλητική υποψία ότι η νεοελληνική κοινωνία επιβιώνει χάρη στα στραβά μάτια της ευρωπαϊκής Ένωσης που εντέλει ξεστραβώθηκαν, προκαλεί απανωτές ταχυκαρδίες και νοσταλγία των παλαιών άλλοθι.
Από καταβολής ελληνικού κράτους ο τόπος είχε σαν δεύτερο πιστεύω την αντίληψη ότι οι <<ισχυροί>> μας έχουν ανάγκη και, κατά συνέπεια, θα καταβάλλουν τον οβολό τους. Το καθεστώς κράτησε <<καλά>>, μόνο που οι πολιτικές της προστασίας απαιτούν από τα προτεκτορά - τα τους συνεπή ανταπόκριση και, τέλος πάντων, κάποιο αίσθημα ευθύνης. Η αιώνια επίκληση των άλλοθι (πότε η Μεγάλη Ιδέα, πότε οι πόλεμοι και οι εκστρατείες, πότε τα πραξικοπήματα και ο Εμφύλιος, πότε η χούντα και η Μεταπολίτευση) διαμόρφωσε ετεροβαρή πολιτική, αποτέλεσμα ο πολίτης να συμπεριφέρεται σαν νομοταγής- παράνομος, ο οποίος θεωρεί το κράτος μασκοφόρο και τον εαυτό του αθώο- ένοχο που διαρκώς ασκεί έφεση και αφήνεται ελεύθερος. Μάλιστα, έχει ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι πάντα η κρατική οντότητα γινόταν δεκτή μόνο σαν εξουσία που βρίσκεται σε <<ξένα χέρια>> ή σε <<δικά μας χέρια>>, ποτέ όμως ως εξουσία ολόκληρου του λαού. Αυτό το καθεστώς της οιονεί συγχωρητέας παρανομίας έθρεψε γενιές ολόκληρες, καταστρατήγησε κάθε νομιμόφρονα αντίσταση, με αποτέλεσμα η εχθρότητα ή η ένοχη φιλία με τους κρατούντες να θεωρείται στοιχείο ρεαλισμού και ωριμότητας. Το ζήτημα είναι ποιος <<βρίσκεται στα πράγματα>> όσο για τα ίδια τα πράγματα, έχουμε καιρό..
Διόλου περίεργο ότι η προηγούμενη κυβέρνηση κατήγγειλε στο ευρωπαϊκό φόρουμ τα <<γκρικ στατίστικς>> και προανήγγειλε θεαματικά την <<επανίδρυση του κράτους>>, ούτε ότι η τωρινή επιχειρεί ολική επαναφορά. Ενώ η κρατική οντότητα θα όφειλε να είναι οικοδομημένη στην πέτρα, η ντόπια πολιτική δολιότητα τη θέλει υπό τύπον μεταφερόμενης σκηνής, όπου τα πάντα μπορούν να αλλαχθούν και να ανοικοδομηθούν. Όταν το οικονομικό επιτελείο θέλησε να επιβάλει το <<αναδρομικό πόθεν έσχες>> και για τις καταθέσεις, οι καταθέσεις το έβαλαν στα πόδια, με αποτέλεσμα 3,5 δις. Ευρώ να εκπατριστούν για ευνόητους λόγους. Για την ακρίβεια, να μεταφερθούν λάθρα στην Κύπρο <<μας>>, όπου το χρήμα ευημερεί παντοιοτρόπως.
Το ίδιο κατσαπλιάδικο φρόνημα εκφράζεται και στις κατώτερες τάξεις, που δεν χάνουν την ευκαιρία να στήσουν μικρά πραξικοπήματα κλείνοντας τους δρόμους (διότι το <<λεσέ πασέ>> είναι αντιδραστικό σύνθημα) και απειλώντας. Κάθε συντεχνία- από βουλευτές και δικαστές μέχρι τον τελευταίο αγρότη συσπειρώνεται μεταφέροντας την ευθύνη και την ενοχή στο αλλοπρόσαλλο κράτος. Μαύρη οικονομία, μαύρη εξουσία, χώρα περιορισμένης ευθύνης και τρωκτικά του δημόσιου χρήματος.
Ο δραματικός τραγέλαφος οφείλει πολλά στην επιδημική κομματικότητα, που γράφει μαύρη ιστορία στα καθ’ ημάς για τον απλό και νοσηρό λόγο ότι οι πολιτικοί σχηματισμοί που βγαίνουν από την κάλπη έχουν εθιστεί στην αντιπολίτευση και όχι στο κυβερνητικό έργο. Πράγματι το βασικό σχολείο του ντόπιου πολιτικού δεν είναι η διακυβέρνηση – που τουλάχιστον τα μικρά κόμματα δεν τη γεύονται-, αλλά η αντιπολίτευση. Εκεί θεριεύει το πνεύμα της καταγγελίας, ο ιακωβινισμός του αδικημένου και τουμπανίως κατηγορούντος, ο οποίος μάλιστα μαραζώνει και πάσχει αφάνειας αν – ο μη γένοιτο βρεθεί μπροστά σε κυβέρνηση η οποία βούλεται σοβαρά να βάλει κάποια πράγματα στη θέση τους.
Έτσι, διαμορφώθηκε το γνωστό καθεστώς: οι διαχειριστές του κράτους το λεηλάτησαν σαν λεία που έπεσε στα χέρια τους, όσο για τα αντίδικα κόμματα, αρνούνται να αναγνωρίσουν το κράτος για όλους, ταυτίζοντας τον μέγιστο θεσμό με τη μέγιστη δολιότητα. Πρόκειται για έναν ιδιότυπο αντικρατισμό που τροφοδοτήθηκε –δικαιολογημένα εν πολλοίς- επί δεκαετίες και δεκαετίες, επικυρώνοντας τα αμυντικά αντανακλαστικά του πολίτη: κάθε κρατική απόφαση είναι ύποπτη.
Όσο για τη γενικευμένη αποσάθρωση του κοινωνικού σώματος, αποτελεί κι αυτή ισχυρό επιχείρημα: όλοι την προβάλλουν σαν κατηγορία, αλλά ουδείς την αποδέχεται σαν κριτική. Προφανώς οι ξένοι επιτηρητές, δεν θα αργήσουν να εμφανιστούν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου